Mε την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο έκρινε ότι η περιγραφόμενη στο ιστορικό συναλλαγή δεν διενεργήθηκε κατόπιν ισχυρής ταυτοποίησης της ενάγουσας, αφού αυτή ουδέποτε έλαβε κάποια ενημέρωση από την τράπεζα για τα στοιχεία της εν λόγω συναλλαγής πριν την ολοκλήρωσή της, προκειμένου να την εγκρίνει και συνεπώς δεν μπορεί να γίνε δεκτό ότι η ενάγουσα ενέκρινε την συναλλαγή. Απορρίφθηκαν επίσης ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της τράπεζας ότι δεν φέρει ευθύνη σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης παροχής τραπεζικών υπηρεσιών, σύμφωνα με τους οποίους δεν ευθύνεται για οποιαδήποτε ζημία του πελάτη της σε περίπτωση παράνομης χρήσης των προσωπικών της κωδικών πρόσβασης στην υπηρεσία Internet Banking από τρίτους και ότι οι τρίτοι και η ίδια η ενάγουσα έχει πλήρη ευθύνη γι’ αυτό. Κατά το Δικαστήριο οι όροι αυτοί είναι άκυροι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 103 Ν. 4537/2018 ως αντίθετοι με τις διατάξεις των άρθρων 71, 73 και 92 του ίδιου Νόμου, οι οποίες προβλέπουν καθολική ευθύνη του παρόχου και απαλλαγή του μόνο για ασυνήθεις και απρόβλεπτες περιστάσεις, οι οποίες είναι πέρα από τον έλεγχο του μέρους, που τις επικαλείται και των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρ’ όλες τις προσπάθειες για το αντίθετο, εισάγουν δε οι διατάξεις αυτές αναγκαστικό δίκαιο υπέρ των χρηστών, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 103 Ν. 4537/2018, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών απαγορεύεται να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του εις βάρος των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών, εκτός αν η δυνατότητα παρέκκλισης προβλέπεται ρητά και μπορούν να αποφασίζουν να προσφέρουν μόνο ευνοϊκότερους όρους στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών, οι δε προαναφερόμενοι συμβατικοί όριο δεν συνιστούν ευνοϊκότερους αλλά δυσμενέστερους όρους προς το χρήστη υπηρεσιών πληρωμής.
Περαιτέρω το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η ευθύνη της τράπεζας πέρα από συμβατική και θεμελιωμένη και στις διατάξεις του Ν. 4537/2018, ως υποχρέωση αποζημίωσης της ενάγουσας ερείδεται και στη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, αφού η ζημία της ενάγουσας προκλήθηκε από πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεών της στο πλαίσιο παροχής των υπηρεσιών της, αλλά και στη διάταξη του άρθρου 914ΑΚ, υπό την έννοια της παράλειψης από μέρους της παρανόμως και υπαιτίως επιβαλλόμενων ενεργειών της.
Σύμφωνα με το Δικαστήριο η τράπεζα παρέλειψε να τηρήσει τις απαιτούμενες ενέργειες υψίστης ασφαλείας, παραλείποντας να ελέγξει επιμελώς κατά την διεκπεραίωση της εντολής της επίμαχης μεταφοράς χρημάτων την αυθεντικότητα του λογαριασμού και του φερόμενου δικαιούχου, αποτρέποντας την μεταφορά σε μη νομιμοποιούμενο πρόσωπο, αντιλαμβανόμενη το ύποπτο και μη σύνηθες της συναλλαγής λόγω ποσού και παραλείποντας να ενημερώσει την εντολέα της άμεσα και πριν την ολοκλήρωση της συναλλαγής, προβαίνοντας σε απενεργοποίηση του λογαριασμού της. Η τράπεζα, σύμφωνα με την απόφαση, αντί να προβεί στις παραπάνω ενέργειες παρέπεμπε την ενάγουσα από τμήμα σε τμήμα και τελικά της υπέδειξε να μεταβεί σε φυσικό κατάστημα, το οποίο ήταν δυνατό μετά από δύο ημέρες δεδομένου ότι το συμβάν έλαβε χώρα Σάββατο, προκειμένου να υποβάλει έντυπο της αμφισβήτησης συναλλαγής, ενώ αρνήθηκε να παράσχει πληροφορίες για την πορεία των χρημάτων, όπως πράττει ακόμα και σήμερα αφού με τις προτάσεις της δεν αιτιολογεί για ποιον λόγο, αφού ενημερώθηκε εντός ολίγων λεπτών και η εν λόγω μεταφορά έγινε σε λογαριασμό τηρούμενο σε αυτήν, δεν κατέστη δυνατό να μην εκτελεστεί ή ακυρωθεί η συναλλαγή και να επιστραφούν τα χρήματα στην ενάγουσα. Η συμπεριφορά της αυτή πέρα από υπαίτια, συνιστάμενη σε βαρειά αμέλειά της, είναι και παράνομη, αφού και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στις διατάξεις του ν. 4537/2018 και του ν. 2251/1994, συναρτώμενη με την έλλειψη ασφάλειας των υπηρεσιών, που δικαιούται να αναμένει ο καταναλωτής, καθώς και με την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης, που είναι απαραίτητη στις τραπεζικής συναλλαγές, στοιχεία τα οποία οφείλει μέσα στη σφαίρα των παρεχόμενων υπηρεσιών της να προσφέρει, αλλά και αντικείμενη στις αρχές της καλής πίστης και συναλλακτικών ηθών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 288ΑΚ και 914ΑΚ, είχε δε ως συνέπεια πέρα από τη θετική ζημία της ενάγουσας, την πρόκληση σε αυτήν ηθικής βλάβης.
